κτήσις

ἡ κτήσις, εως приобретение, владение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κτήσις" в других словарях:

  • κτῆσις — acquisition fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτήσις — κτή̱σῑς , κτῆσις acquisition fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτήσει — κτάομαι procure for oneself fut ind mid 2nd sg κτέομαι procure for oneself fut ind mp 2nd sg κτή̱σει , κτῆσις acquisition fem nom/voc/acc dual (attic epic) κτή̱σεϊ , κτῆσις acquisition fem dat sg (epic) κτή̱σει , κτῆσις acquisition fem dat sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτήσεις — κτή̱σεις , κτῆσις acquisition fem nom/voc pl (attic epic) κτή̱σεις , κτῆσις acquisition fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • хотеть — хочу, похоть, прихоть, охота, укр. хотiти, хочу, др. русск. хотѣти, хътѣти, ст. слав. хотѣти, хоштѫ и хътѣти θέλειν, βούλεσθαι (Остром., Клоц., Супр.; см. Дильс, Aksl. Gr. 93), болг. ща (из *хъштѫ), сербохорв. хо̀тjети, хо̏ħу, ħу, словен. hotėti …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • притяжание — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (греч. κτῆσις) стяжание, приобретение.   … …   Словарь церковнославянского языка

  • стяжание — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (греч. κτῆσις) приобретение, владение, имение.  … …   Словарь церковнославянского языка

  • κάτοχος — ὁ, ἡ (ΑΜ κάτοχος, ον) [κατέχω] νεοελλ. αυτός που γνωρίζει κάτι καλά, γνώστης, έμπειρος («είναι κάτοχος τής γερμανικής γλώσσας») νεοελλ. μσν. αυτός που έχει κάτι στην εξουσία του, κύριος, ιδιοκτήτης (α. «είναι κάτοχος μεγάλης κτηματικής… …   Dictionary of Greek

  • κτήση — η (AM κτῆσις, έως, Α ιων. γεν. ιος) 1. απόκτηση, πρόσκτηση, κατοχή («χρημάτων καὶ κτημάτων κτῆσιν», Πλάτ.) 2. αυτό που κατέχει κάποιος, ιδιοκτησία, περιουσία, κτήμα («κτῆσίν τε ἔχειν τῶν χρυσείων μετάλλων ἐργασίας», Θουκ.) νεοελλ. ξένη χώρα που… …   Dictionary of Greek

  • κτήσιος — Προσωνυμία του Δία ως προστάτη της ατομικής περιουσίας. Ο Κ. Δίας λατρευόταν σε αρκετές περιοχές του ελλαδικού χώρου. Στην Αττική υπήρχε βωμός στον δήμο Φλύας και ένα λατρευτικό κέντρο στον Πειραιά. Ο Δημοσθένης αναφέρει ότι θυσίαζαν ένα λευκό… …   Dictionary of Greek

  • κτήσιππος — (4ος αι. π.Χ.). Αθηναίος πολίτης, γιος του στρατηγού Χαβρία. Διακωμωδήθηκε πολλές φορές από τους κλασικούς ποιητές, εξαιτίας του αχαλίνωτου ηδονισμού του, παρά τις μάταιες προσπάθειες του φίλου του, Φωκίωνα, να τον συνετίσει. Ο Κ. είχε το… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.